Print this page Back to wikipriaka Next page -->

α wikipriaka.com -- pg. 1 -- αναδόχνω
Α α [a] huh (επιφώνημα) αγγλικά βλ. χα αάπη [aapi] love (ουσιαστικό) ελληνικά Απο το ελληνικό αγάπη αβαβοέ [avavoe] pledge, advanced payment (ουσιαστικό) γαλλικά Απο το Γαλλικό avant- voeu (γαλλ. αρχ.) αβανιά [avania] aspersion, calumny, roorback, slander (ουσιαστικό) ιταλικά ή αραβικά ιταλικό avania ή από το αραβικό havan αβάττα [avata] 1. free (επίρρημα) 2. gratis (επίρρημα) eg. δεν αγοραζει ποτε τσιγαρα ,παντα καπνιζει ,αβαττα. τούρκικα από το τούρκικο avanta (= αθέμιτο όφελος) αβάττατζης [avattatzis] freeloader (επίθετο) τούρκικα avantacı (τουρκ.) αβαττάτζια [avattagia] advantage, vantage, benefit, boon (ουσιαστικό) γαλλικά avantage (γαλλ.) αβρόσσιλλα [avroshilla] (ουσιαστικό) αβρούγιος [avruyios] 1. eg. τούτα τα αχάσια εν αβρούγια πολλά (αυτά τα αμύγδαλα είναι πολύ αφράτα) 2. breakable, fragile, brittle, frail, crisp, frangible, friable, shattery (επίθετο) ελληνικά ἁβρός (αρχ.) = κομψός, λεπτός, ωραίος αβτέλλα [avtella] bloodsucker, leech (ουσιαστικό) ελληνικά αβδέλλα άγγονας [angonas] grandson (ουσιαστικό) ελληνικά Α > Ε αγγονίζουμαι [angonizume] acquire, gain (ρήμα) βλ. αγγονίν αγγονίν [angonin] 1. offspring to keep for preserving the particular species, race (ουσιαστικό) 2. be left behind (ουσιαστικό) (metaph.) eg. Εξιάσαν να πάρουν μητά τους τα βιβλία, εμείναν μας αγγονιν! αγγόνιν [angonin] grandchild (ουσιαστικό) ελληνικά από το 'εγγόνι' με αλλαγή 'Α > Ε' αγγόνισσα [angonissa] granddaughter (ουσιαστικό) ελληνικά είδε λήμμα 'αγγόνιν' (Α > Ε) αγιάζιν [ayazin] cold air, chill wind (ουσιαστικό) τούρκικα ayaz (τουρκ.) άγιος [ayios] rust (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγιώννω άγιωμα [ayioma] rust (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγιώννω αγιωμένος [ayiomenos] rusty (επίθετο) ελληνικά βλ. αγιώννω αγιώννω [ayionno] to rust (ρήμα) ελληνικά ιγιώννω που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ιόω + την κατάληξη ώννω. αγκάλεμαν [aggaleman] lawsuit, plaint, regimen, suit (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγκαλιώ αγκαλιώ [aggalio] arraign, indict, sue (ρήμα) ελληνικά εγκαλώ (αρχ.) αγκανίζω [anganizo] bray (ρήμα) ονοματοποίηση από τον ήχο 'γκαν γκαν' που κάμνει ο γαίδαρος αγκάστριν [agkastrin] being pregnant (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγκαστρώνω αγκαστρωμένος [agkastromenos] pregnant (ρήμα) ελληνικά βλ. αγκαστρώνω αγκαστρώνω [agkastrono] leave pregnant (ρήμα) ελληνικά εν + γαστρώνω < γαστήρ = κοιλιά αγρέλλιν [ayrellin] wild asparagus (ουσιαστικό) ελληνικά από το (άγριος + -έλλιν) - αγρέλλιν αγροικώ [agriko] listen, understand (ρήμα) ελληνικά άγρα, αγρέ-ω + ακούω, δηλαδή αγρεακώ > αγροικώ (εα>οι), μάλλον αρχικώς λέγονταν για το κυνήγι αγρονίζω [agronizo] identify, admit, know, concede, recognize (ρήμα) ελληνικά γνωρίζω άδε [adhe] look over here (προστακτική) ελληνικά α-(προστακτική) δές αδερφότεκνος [adherfodegnos] nephew, niece (ουσιαστικό) ελληνικά αδερφός + τέκνο αδκιασερός [athkiaseros] free of any chores (επίθετο) eg. ο αδκιασερός παπάς θάφκει τζαί τους ζωντανούς ελληνικά βλ. αθκιασερός αδρακτάς εργαλείο με το οποίο μετατρέπαν σε σε χοντρή κλωστή το σκουλλί του λυναριού αδράχτι [adhrahdi] (ουσιαστικό) ελληνικά ἄτρακτος (αρχ.) αδρός [adhros] fat, big (επίθετο) ελληνικά αδρός αδρυνίσκω [adhrinisgo] to become thick (ρήμα) ελληνικά αδρός άδρωπος [adhrobos] man (ουσιαστικό) eg. Μα εν άδρωπο που επήρε τούτη σιόρ? ελληνικά άνθρωπος, βλ και λήμμα: άνθρωπος άε [ae] look eg. άε μου ρε τον μακούτζι... ελληνικά γιά δες > ά δε > άε αέρφιν [aerfin] bro (ουσιαστικό) ελληνικά αδέρφι αζαγιά [azayia] old and dusty spider web (ουσιαστικό) ελληνικά ‹ άζα ‹ άζω = καίω, ξεραίνω άζαρτι [azardi] nearly there, little left (επιρρηματική φράση) τούρκικα βλ. άσκαρτι αζάς [azas] municipality councelor τουρκικά από το τουρκικό aza αζαχέρι [azaheri] Θυμάμαι τη λέξη από γιαγιάδες σε χωριό της Πάφου εδώ και 35 χρόνια. Με ενδιαφέρει η ετυμολογία της και από που προέρχεται. αζίνα [azina] spark (ουσιαστικό) ελληνικά άζα (αρχ.) = θερμότης + ίνα - ίς, ινός αζούλα [azula] jealousy (ουσιαστικό) eg. έσπασεν που την αζούλα του ελληνικά βλ. αζουλεύκω
αζουλεύκω [azulevgo] to be jealous (ρήμα) ελληνικά ζηλῶ (αρχ. ελλ.) αζουλόκαττος [azulokattos] jealous (ουσιαστικό) ελληνικά Αζούλα(ζήλια)+κάττος(γάτος) αθάσι [athasi] almond (ουσιαστικό) ελληνικά αθασιά [athasia] almond tree (ουσιαστικό) ελληνικά από τη θάσια αμυγδαλη. Αμυγδαλιά της Θάσου αθέρα [athera] awn of the grain whilst on the plant, also the very sharp 'edge' of a knife or a razor (ουσιαστικό) ελληνικά αθέρας, από το αρχαίον 'αθήρ' άθθρωπος [athrobos] human, man (ουσιαστικό) eg. 'τοις μεν ανθρώποις......ταις δε γυναιξίν και κορασίοις...' από 'βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος' του Λεοντίου, επισκόπου Νεαπόλεως Κύπρου κατά το ετυμολογικό λεξικό του κ. Κυριάκου Χατζηιωάννου ελληνικά από 'άνθρωπος' με αφομοίωση νθ>θθ αθκειάτζιν [athgiajin] flintstone (ουσιαστικό) ελληνικά από το θειάφιον με προθετικό 'α' δηλαδή 'αθειάφιον>αθειάφιν>αθκειάφιν και με κατάληξη -τζιν όπως τα άλλα υποκοριστικά > αθκειάτζιν. αθκιακόπετρα [athgiagobedra] flintstone (ουσιαστικό) αθκειάτζιν (βλ. λ.) + πέτρα αθκιανός [athianos] 1. (metaph.) 2. free (επίθετο) ελληνικά άδειος αθκιάντρωπος [athgiandrobos] impudent, unblushing (επίθετο) ελληνικά αθκιασερός [athkiaseros] free of any chores (επίθετο) eg. ο αδκιασερός παπάς θάφκει τζαί τους ζωντανούς ελληνικά άδειος αθκιάση [athgiasi] free time (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αθκιασερός αθυμιτικό [athimidigo] memory (ουσιαστικό) ελληνικά < ενθυμητικός (αρχ.) αίγια [eyia] goat (ουσιαστικό) ελληνικά αίγα αΐπιν [aibin] blemish, failing, defect, fault, deficiency, flaw, imperfection, vice (ουσιαστικό) eg. έν έσιει αϊπιν! (= είναι αψεγάδιαστος) τουρκικά ayıp (τουρκ.) = ελάττωμα, ψεγάδι, ντροπή, ατίμωση αϊράνι [airani] a traditional yoghurt-based drink made of milk whey (ουσιαστικό) τουρκικά Ayran τουρκική λέξη ακάμωτα [agamoda] countryside (ουσιαστικό) ελληνικά α + κάνω ακατάγνωτα [agadaynoda] far farmed, noted, well known (επίθετο) eg. ακατάγνωτα τζι΄αναγέλαστα ελληνικά κατά + γνώμη ακκαμμαθκιά [akammathgia] bite (ουσιαστικό) ελληνικά δαγκωματιά ακκανομούττης [akkanomuttis] type of lizard (ουσιαστικό) ελληνικά ακκάνω (δαγκώνω) + μούττη (μύτη) ακκανούρα [akanura] clothes peg (ουσιαστικό) ελληνικά ακκάννω (δαγκώνω) ακκάνω [akkanno] to bite (ρήμα) ελληνικά δάκνω (αρχ.) άκκι πέττι [aki beti] finally, by force (φράση) τούρκικα akıbetti (τουρκ.) = τελικά, συνέπειες, επακόλουθο ακονίζω [agonizo] sharpen, whet (ρήμα) ελληνικά ακίδα (ελλ.) = άκρη, βάζω ακίδα = κάνω κοφτερό ακονιώ [agonio] sharpen, whet (ρήμα) ελληνικά βλ. ακονίζω ακρολοούμαι [agroloume] eavesdrop, overhear (ρήμα) ελληνικά άκρον + λογούμαι = παίρνω λογαριασμό ακρώννουμαι [agronume] abide, obey (ρήμα) ελληνικά ακροώμαι (αρχ.ελλ.) = ακούω αλά [ala] according to, per (πρόθεση) eg. αλά Τούρκα = κατά τα τούρκικα έθιμα, αλά κκέφα = κατά το κέφι του, τη διάθεση του γαλλικά από το γαλλικό 'a la' άλα [ala] at, versus, on, per (πρόθεση) eg. άλα ούνα, άλα τούε, άλα τρέ= κατά την πρώτη, δεύτερη, τρίτη κτλ ιταλικά ιταλικό 'alla' άλας [alas] salt (ουσιαστικό) ελληνικά < (υποκοριστικό) αρχαία ελληνική ἅλας < ἅλς αλε-ρετού [ale redu] with return (for tickets), return ticket (επίθετο) γαλλικά aller-retour αλευρικό [alevriko] dredge, riddle, screen, sieve for flour (ουσιαστικό) eg. βλέπε 'τατσιά' ελληνικά αλεύρι αλιζάβρα [alizavra] lizard (ουσιαστικό) ελληνικά αλισίβα [alisiba] 'lime-water' you get by mixing a small quantity of pure ashes with water. it turns the water to become very 'soft', it nearly 'soaps' by itself...!! used for boiling white linen clothes to cleanse (ουσιαστικό) ιταλικά βλ. αλουσίβα αλίσιη βερίσιη [alishi verishi] commercial dealings, interchange, transaction (φράση που υποκαθιστά ουσιαστικό) eg. με συγγενή φάε, πιέ μα αλίσσι βερίσσι μεν κάμεις...!! τουρκικά alışveriş (τουρκ.) = λαβείν δούναι αλλαξιά [allaxha] new costume, change (ουσιαστικό) ελληνικά αλλάζω αλλάχπελασινούβερσιν ban, imprecation, curse, cursedness, execration, malediction (επιρρηματική φράση) τουρκικά από το τούρκικο:' Allah belasını versin' = ο Αλλάχ άς
του δώσει τον μπελά του άλλομαι [allome] caper, cavort, jig, dance, frisk, gambol, hop, romp, skip (ρήμα) eg. άλλεται ή έλλεται τ'αμμάτιν μου=πρόληψη ότι κάτι κακό θα συμβεί ελληνικά άλλομαι (αρχ.) = πηδώ, όπως απαντά στον Θεόκριτο, κατά το ετυμολογικό λεξικό της κυπριακής διαλέκτου του κ. Κ. Χατζηιωάννου άλλωσπως [allosbos] differently (επίρρημα) ελληνικά άλλως πως άλοον [aloon] mule (ουσιαστικό) ελληνικά απο το άλογον. Στα χωριά της ορεινής Πάφου λένε τα μουλάρια άλοα. κυπριακό ιδίωμα επαρχία πάφου αλόου [aloou] hello αγγλικά hello (eng.) αλουπός [alupos] male fox (ουσιαστικό) eg. ποσιεπάζει σαν τον Αλουπό ελληνικά < ἀλώπηξ (αρχ.) αλουποτζοίτης [alubojidis] darnel, jackanapes (ουσιαστικό) ελληνικά αλουπός (αλεπού) + κοίτη αλουσίβα [alusiva] 'lime-water' you get by mixing a small quantity of pure ashes with water. it turns the water to become very 'soft', it nearly 'soaps' by itself...!! used for boiling white linen clothes to cleanse (ουσιαστικό) ιταλικά ιταλικό 'lisciva' με το προθετικό 'α' αλώπως [alobos] maybe, possibly (επίρρημα) ελληνικά λαλώ (λέω) + πως = αλώπως > λαλώπως > αλώπως από ανομοίωση. άμα [ama] 1. but (σύνδεσμος) eg. Εννά 'ρτω αμμά εν τζε να κάτσω πολλην ώρα. (Θα έρθω αλλά δεν θα μείνω για πολύ) ελληνικά ama (τουρκ.) 2. if, when (σύνδεσμος) ελληνικά ελληνικά αμάκκωτος [amakodos] non-creased (επίθετο) ελληνικά από το μακκοώ>μακκώννω>μακκωτός>αμάκκωτος με το στερητικό 'α' αμάν [aman] mercy, pity, quarter, forgiveness (ουσιαστικό) τουρκικά τουρκικά 'aman' άμαν [aman] when (σύνδεσμος) ελληνικά άμα + αν αμάντα [amanda] calmness, ease, noislessness, oyster, privacy, quiescence, quiescency, quiet, quietness, quietude, stillness (ουσιαστικό) γαλλικά amende (γαλλ.) = πρόστιμο αμελέτητα [ameledida] balls (ουσιαστικό) ελληνικά από το στερητικό 'α'+'μελετώ'= 'που δεν είναι πρέπον να τα αναφέρει κάποιος με το όνομα τους αμινιάζω [aminiazo] calculate (ρήμα) αμμαθκιάζω [ammathgiazo] put the evil eye (ρήμα) ελληνικά ματιάζω αμματάς [ammadas] large pimple (ουσιαστικό) eg. 'αμματάς' αλλά και 'γαιματάς' από το ότι είναι συνήθως κόκκινο σε χρώμα και όταν 'σπάσει' ή 'ψηθεί' και ανοίξει, βγάζει μεγάλη ποσότητα από αίμα (γαίμα) και πύο. ελληνικά επειδή μοιάζει σαν το 'αμμάτιν' (μάτι, βλ. λ) αμματίζω [ammadizo] vaccinate, inocculate, tree grafting (ρήμα) ελληνικά αμμα (αρχ. = κόμπος, σχοινί) + -ίζω Από το αρχαίον 'όμμα' > υποκοριστικόν 'ομμάτιον' και με αφομοίωση το 'ο' σε 'α' αμμάτιν [ammatin] eye (ουσιαστικό) ελληνικά ὀμμάτιον (αρχ.) αμολόητος [amoloidos] penis (ουσιαστικό) ελληνικά Από το ότι δεν είναι πρέπον να το ομολογήσει (μολοήσει) κάποιος αμπάλατος [ambalatos] ignorant (ουσιαστικό) unbalanced ελληνικά αμπάλατος < αμπάλωτος < αναπάλωτος < αν + απαλωτός < αν + απαλώννω < αν + απαλός (ετυμολογικό λεξικό της Κυπριακής Διαλέκτου του Κ. Χατζηιωάννου) άμπα τζαι [amba je] do not, maybe αμπελοπούλι [ampelopoulli] blackcap (song-bird) (ουσιαστικό) eg. Ρα Ελεγκού μου, σύρε μιαν τυανιά αμπελοπούλια πάνω. ελληνικά Άμπελος+πουλλίν αμπέτιν μοχαμέτιν αμπλάστριν [amblasdrin] medicinal patch where certain chemicals transfuse from the cloth backing of the patch to the skin (ουσιαστικό) eg. βάρμου έναν αμπλάστριν να μου περάσει ο πόνος πούχω μέσ' την ράσσιην ελληνικά αμπλέπω [amblebo] to see (ρήμα) ελληνικά α + βλέπω άμπουλα [ambula] ambulance (ουσιαστικό) αγγλικά ambulance αμπούστα [ambusda] small case (ουσιαστικό) eg. αμπούστα από σιτάρι σημαίνει και μέτρο μέτρησης για το σιτάρι και άλλα δημητριακά ιταλικά busta (ιταλ.) = φάκελος, κιβώτιο αναβράκωτος [anavragodos] all devouring, very poor, destitute (επίθετο) ελληνικά από τα δύο στερητικά 'αν' και 'α' + 'βρακί' με σκοπό την επίταση αναγιώννουμαι [anayionume] grow up (ρήμα) αναγιώννω [anayionno] to raise up someone (ρήμα) αναγιωτή αναδόχνω [anadhohno] contrition, penance, repent (ρήμα) ελληνικά ανά + έδοξεν > ανάδοξεν >αναδόχνω