γουικιπριακά
πόμεινε, η σελίδα κατεβαίνει...
γουίκι
εισαγωγή
τάνημα
περίτου
στατιστικά
επικοινωνία
βικιπριακά
wikipriaka
αγιώννω
[ayionno]
- ρήμα
σκουριάζω
Ετυμολογία:
ελληνικά
- ιγιώννω που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ιόω + την κατάληξη ώννω.
Παράγωγα:
άγιος
άγιωμα
αγιωμένος
πίσω στο λεξικό
Σχόλια
Όνομα :
Κάμε δικό σου σχόλιο
Ουδέν σχόλιο
Δυστυχώς τούτη η σελίδα θέλει javascript.