γουικιπριακά
πόμεινε, η σελίδα κατεβαίνει...
γουίκι
εισαγωγή
τάνημα
περίτου
στατιστικά
επικοινωνία
βικιπριακά
wikipriaka
αγγόνισσα
[angonissa]
- ουσιαστικό
εγγονή
Ετυμολογία:
ελληνικά
- είδε λήμμα 'αγγόνιν' (Α > Ε)
Ρίζες:
αγγόνιν
πίσω στο λεξικό
Σχόλια
Όνομα :
Κάμε δικό σου σχόλιο
Ουδέν σχόλιο
Δυστυχώς τούτη η σελίδα θέλει javascript.