γουικιπριακά
πόμεινε, η σελίδα κατεβαίνει...
γουίκι
εισαγωγή
τάνημα
περίτου
στατιστικά
επικοινωνία
βικιπριακά
wikipriaka
άγιωμα
[ayioma]
- ουσιαστικό
σκουριά
Ετυμολογία:
ελληνικά
- βλ. αγιώννω
Ρίζες:
αγιώννω
πίσω στο λεξικό
Σχόλια
Όνομα :
Κάμε δικό σου σχόλιο
κάποιος έγραψεν στες 24/02/2009
άγιωμα (επειδή προέρχεται από το αγιΩννω) και όχι άγιομα.
Δυστυχώς τούτη η σελίδα θέλει javascript.