αναθρήκα [anathriga] ακάρονας (ουσιαστικό) πχ. έκοψεν μιαν αναθρήκα τζιαί έκαμεν μιαν 'αουρίδα' για τους μιτσιούς ελληνικά από το αρχαίο 'νάρθηξ' ανάμιση [anamisi] ενάμιση ελληνικά αναμώννω [anamonno] εκτείνω το χέρι μου για να κτυπήσω κάποιον (ρήμα) ελληνικά αναρή [anari] ανθότυρο, μυζήθρα (ουσιαστικό) ανάρκα [anarka] αραιά (επίρρημα) αναρκοβυζού [anargovizu] αυτή που τα στήθη της έχουν μεταξύ τους μεγαλύτερη απόσταση από το συνηθισμένο (επιθετο) ελληνικά ανάρκα (βλ. λ) + βυζί (στήθος) αναρκοδόντης [anargodhondis] αυτός που έχει αραιά δόντια (επίθετο) ελληνικά ανάρκα (βλ. λ) + δόντι ανγκρίζουμαι [angrizume] νευριάζω (ρήμα) αγγλικά βλ. ανγκρίζω ανγκρίζω [angrizo] Κάνω κάποιον να θυμώσει ή να εκνευριστεί (ρήμα) πχ. 'Τι σου είπεν τζαι ανγκρίστηκες;' Συντάσσεται κυρίως στη παθητική φωνή ('ανγκρίζουμαι') αγγλικά angry (αγγλ.) + ρηματική κατάληξη -ίζω Συναντάται λανθασμένα κι ως αγκρίζω ανγκρισμένος [angrismenos] θυμωμένος (επίθετο) αγγλικά βλ. ανγκρίζω ανέμη [anemi] εκτυλήχτρια (ουσιαστικό) άνενοιας [anenias] χωρίς έγνοιες ελληνικά άνευ έγνοιας ανεράα [aneraa] νεράιδα (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. ανεράδα ανεράδα [anerada] νεράιδα (ουσιαστικό) ελληνικά νεράϊδα (αρχ. ελλ. λ. Νηριίς = νύμφη της θάλασσας) -α, με παρετυμολ. επίδραση της λ. νερό ανεφαίνουμαι [anefenume] εμφανίζομαι (ρήμα) πχ. Ώπου να σαι εννά ανεφανεί.
-Είες τον Αντρικκίν?
-Όι κόμα εν ανεφάνειν ελληνικά Ανε + φαίνουμαι ανηφορκά [aniforga] ανηφοριά (ουσιαστικό) πχ. ...θα πάρω μιαν ανηφορκά θα πάρω μονοπάτι που πάει στη λευτεριά... (από ποιήμα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη) ελληνικά ανηψιός [anibshos] ξάδερφος (ουσιαστικό) ελληνικά ανηψιός ανοιχτάρι [anihtari] κλειδί (ουσιαστικό) ελληνικά από το ρήμα ανοίγω άνου [anu] σήκω (προστακτική) πχ. Άνου πάνω τζε'ν δέκα η ώρα.
(Σήκω πάνω (Ξύπνα), πήγε δέκα η ώρα) ελληνικά άνω αντακώννω [andagono] αρχίζω (ρήμα) αντάτζιν [andadjin] καθορισμός χώρου για θέρισμα αντελοσιάζω [andeloshazo] τρομάζω (ρήμα) ελληνικά βλ. αντζελοσιάζω άντερο [andero] έντερο (ουσιαστικό) ελληνικά έντερο αντζελοκάμωτη [anjelokamoti] φτιαγμένη σαν άγγελος (επίθετο) ελληνικά άγγελος + κάμνω (φτιάχνω) αντζελοσιάζω [anjeloshazo] τρομάζω (ρήμα) ελληνικά άγγελος + σιάζω άντζιακκι [anjaki] σχεδόν αρκετό, φτάνει δεν φτάνει (επίρρημα) αντζιό [angio] μαγειρικό σκεύος (ουσιαστικό) ελληνικά αγγείο αντζίστρι [anjisdri] αγκίστρι (ουσιαστικό) ελληνικά αγκίστρι αντινάσσω [andinasso] τινάζω (ρήμα) ελληνικά < ανά + τινάσσω αντράες [antraes] οι άνδρες (ουσιαστικό) ελληνικά άντρες αντρέπουμαι [andrebume] ντρέπομαι (ρήμα) ελληνικά ντρέπομαι αντροπή [androbi] ντροπή (ουσιαστικό) ελληνικά ντροπή αντροπιάρης [androbiaris] ντοπιάρης (ουσιαστικό) ελληνικά ντροπιάρης αντρόσιην [androshin] εμπόδιο, τροχοπέδη (ουσιαστικό) ελληνικά ανατρόχιον (αρχ.) αντρουκλιά [andruglia] αγριοκουμαριά (ουσιαστικό) ελληνικά ανυπόλυτος [anibolidos] ξυπόλυτος (επίθετο) ελληνικά ανώι [anoi] σοφίτα (ουσιαστικό) ελληνικά άνω ανώρας [anoras] ενωρίς, πρωί-πρωί (επίρρημα) ελληνικά από το αρχαίο 'εν ώρα' αξάγκωνα [axangona] οπισθάγκωνα, με τα χέρια προς τα πίσω (επίρρημα) πχ. έδεισεν τον αξάγκωνα = τον έδεσε με τα χέρια πίσω από την πλάτη του ελληνικά από την πρόθεση 'εξ'+'αγκών=αγκώνα' άξαμος [axamos] μέτρημα των διαστάσεων, διάσταση, μέγεθος (ουσιαστικό) πχ. επήεν στο ράφτη τζιαί έπιαν του άξαμον για να του ράψει φορεσιάν να την παννίσει τη Λαμπρή. = πήγε στο ράπτη και του πήρε τα μέτρα για να του ράψει κουστούμι για να το φορέσει για πρώτη φορά το Πάσχα. λατινικά από το λατινικό 'examen'>έξαμον>άξαμον με αφομοίωση ε>α αξαμώννω [axamonno] συγκρίνω δυο μέτρα (ρήμα) λατινικά βλ. άξαμος
άξαππα [axapa] απότομα, αιφνίδια, γρήγορα, ξαφνικά (επίρρημα) ελληνικά βλ. άξιππα άξιιος [axhos] άξιος (επίθετο) ελληνικά Λόγω του Ξ + Ι το Ξ έγινε δασύ (ksh). Παρόμοιος ήχος δεν υπάρχει στα νεοελληνικά. αξινά [axina] αντίθετα (επίρρημα) τουρκικά aksine (τουρκ.) = απεναντίας, αντιθέτως αξινάστραφα Ανάποδα, αλλιώτικα από τη συνηθισμένη φορά των πραγμάτων. Αντίθετα από το φυσιολογικό. αξινόστραφα [axinosdrafa] ανάποδα (επίθετο) τουρκικά aksine (τουρκ.) = αντιθέτως + -στροφα
συνήθως αναφέρεται για σφαλιάρα 'μπάτσος' και αφορά περίπτωση που χειροδικεί κάποιος με το έξω μέρος της παλάμης - άρα το 'αντίστροφα' ή 'ανάποδα' άξιππα [axipa] απότομα, αιφνίδια, γρήγορα, ξαφνικά (επίρρημα) ελληνικά από το 'εξάπινα' ή 'εξαπίνης'. Εξάπινα>εξάπνα>έξαππα>άξαππα>άξιππα και με σχετική επίδραση του 'ξυππάζουμαι' άξιταν [axidan] δυστύχημα (ουσιαστικό) αγγλικά accident (αγγλ.) αόρατος [aorados] το φυτό αόρατος (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίο βόρατον>όρατον>όρατος>αόρατος αουρία [auria] ανεμουρίδα, το ξηρό στέλεχος του ασφόδελου αουρίδα [auridha] ανεμουρίδα, το ξηρό στέλεχος του ασφόδελου άουρος [auros] άγουρος (επίθετο) ελληνικά από το αρχαίο επίθετο ἄωρος άπαννος [apannos] καινούριος (επίθετο) ελληνικά από το παννίν+ το στερητικό 'α' απείλιχτρος [abilihdros] εργαλείο της υφαντικής για να τυλίγεται και να ξετυλίγεται το νήμα (ουσιαστικό) ελληνικά από την πρόθεση 'από'+'ειλικτός' του ρήματος 'ελίσσω' απελέτζητος [abelejidos] άξεστος άνθρωπος, ακατέργαστος (επίθετο) ελληνικά από το αρχαίον 'απελέκητος' απκιέρωτος [abgierodos] απλήρωτος (επίθετο) ελληνικά α (στερητικό) + πκιερώννω (= πληρώνω) απλίτζι [apliji] εξοχικό σπίτι απόπατος [abobados] αποχωρητήριο (ουσιαστικό) ελληνικά < αρχ. απόπατος < αρχ. αποπατώ απού ρέξει [abu rexi] όποιος φτάσει πρώτος, αγώνας ταχύτητας (φράση) ελληνικά απού (όποιος) + ρέξει (βλ. λ. ρέσσω) απόχτιν [apohtin] παστό τραγήσιο κρέας (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίον 'οπτόν=οφτόν=ψητό'+πρόθεση 'από'. άποπτον>απόπτιον>απόφτιν>απόχτιν αππάϊν [apain] μερίδιο (ουσιαστικό) τουρκικά pay (τουρκ.) = μερίδιο άππαρος [aparos] άλογο, σιδερόστρα (ουσιαστικό) πχ. 'όι άππαρον με την βάκλα' = κάτι τι που αναφερόμαστε είναι τόσο άπιαστο ..... όπως δηλαδή το άλογο με βάκλα (ουρά αρνιού). βλ λήμμα 'βάκλα' ελληνικά α + ἵππος + γάρος (αρχαία) α στερητικό + ίππος + γάρος > πέφτει το γ από το γάρος και γίνεται άππαρος αππέξω [appexo] απ' έξω (επίρρημα) ελληνικά απ' έχω με διπλασιασμό του 'π' αφού βρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων αππηιτούριν [apiidurin] έντομα που δημιουργείται μέσα στα χαλλούμια και έχει χαρακτηριστικό ότι δεν πετά αλλα πηδά, οπότε και το όνομα του! (ουσιαστικό) ελληνικά αππιώ (πηδώ) αππίδι [apidhi] αχλάδι (ουσιαστικό) ελληνικά από το ελληνιστικό ἀπίδιον, υποκοριστικό του ἄπιον (αρχ.) αππιθκιά [apithgia] 1. αχλαδιά (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αππίδι 2. ένδειξη κοντινού χώρου (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αππιώ 3. πηδηματιά, δρασκελιά (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αππιώ ελληνικά αππιώ [apio] πηδώ (ρήμα) ελληνικά πηδώ αππωμένος [apomenos] αλαζονικός περήφανος (ρήμα) ελληνικά απωθώ (αρχ.) = αφήνω ελεύθερο αππώννουμαι [aponnume] ενεργώ παιδιάστικα, παίρνω απάνω μου (ρήμα) ελληνικά βλ. αππωμένος αππώννω [aponno] ωθώ, σπρώχνω, παροτρύνω κάποιον να ενεργεί όπως ένα παιδί, παραχαϊδεύω με τις παρορμήσεις μου (ρήμα) ελληνικά βλ. αππωμένος, από το αρχαίο 'απωθώ'> στον αόριστο 'απέωσα'> 'άππωσα' >αππώνω αρβάλι [arvali] 1. του ...τον έκανε... αρβάλι = τον ξεκόλοσε.... (μτφ.) 2. κόσκινο με μεγάλες
1. ες (ουσιαστικό) ελληνικά αρκάδρωπος [argadrobos] αγριάνθρωπος (ουσιαστικό) ελληνικά αγριάνθρωπος αρκαστήρι [argasdiri] αργαλιός (ουσιαστικό) ελληνικά αργαλιός αρκάτζιν [argajin] ρυάκι (ουσιαστικό) αρκάτης [argadis] εργάτης (ουσιαστικό) πχ. εργάτης ελληνικά εργάτης αρκέφκω [argevgo] αρχίζω (ρήμα) ελληνικά αρχή -εύω αρκημός [argimos] ξεκίνημα πχ. 'εν αρκημός, κόρη;' έτο όπου νάσαι ετελειώσαμεν! ελληνικά αρκή (αρχή) αρκόκαττος [arkokattos] 1. αγριάνθρωπος (μτφ.) 2. αγριόγατος (ουσιαστικό) ελληνικά άρκος (άγριος) + κάττος (γάτος) αρκόν [argon] κόσκινο (ουσιαστικό) ελληνικά 'αραιόν κόσκινο'> κατά παράλειψη του κόσκινο >αραιόν>αριόν>αρκόν αρκόννουμαι [argonnume] αγριέυω (ρήμα) ελληνικά βλ. άρκος άρκοντας [argondas] άρχοντας (ουσιαστικό) ελληνικά άροντας αρκόπελλος [argobellos] πάρα πολύ τρελλός (ουσιαστικό) ελληνικά άγριος + πελλός (βλ. λ.) άρκος [argos] άγριος (επίθετο) ελληνικά άγριος άρκοψες [argopses] αύριο βράδυ (ουσιαστικό) ελληνικά αρμάζουμαι [armazume] παντρεύομαι (ρήμα) ελληνικά από το 'αρμάζω' βλέπε λήμμα αρμάζω [armazo] δεσμεύω με γάμο, παντρεύω (ρήμα) ελληνικά αρχ. ἁρμόζω, ἁρμόζομαι (2 Κορ 11:2) αρμάρι [armari] ερμάρι (ουσιαστικό) λατινικά armarium (λατ.) αρμαρόλα [armarola] ντουλάπα (ουσιαστικό) λατινικά armarium (λατ.) αρνί πασιύ [arni bashi] αποποίηση ευθύνης, νίπτω τας χείρας μου (επιρρηματική φράση) ελληνικά αρνί (=πρόβατο) + πασιύ (=παχύ) αροδάφνη [arodhafni] ροδοδάφνη (ουσιαστικό) ελληνικά από το ελληνικό ροδοδάφνη>ροδάφνη>αροδάφνη αροθυμώ [arothimo] φοβάμαι - μένω ξύπνιος (ρήμα) ελληνικά αροθυμώ άρπα [arpa] γρήγορα, ξαφνικά (επίρρημα) ελληνικά από το ρήμα 'αρπάζω' αρρώννω [arronno] θυμώνω (ρήμα) ονοματοποίηση από τον ήχο που κάνει ένας σκύλος όταν θυμώνει ... αρρρρρρ... αρσανιάζω [arsaniazo] γρατσουνίζω (ρήμα) αρσέρα [arsera] φωταγωγός (ουσιαστικό) ιταλικά από το ιταλικό 'arcella' αρτζιάκκης [arjakis] αυτός που έχει μεγάλα αρχίδια, αρχιδάς (επίθετο) ελληνικά βλ. αρτζιήν αρτζιήν [arjin] αρχίδι (ουσιαστικό) ελληνικά αρχίδι αρτζιομάντρι [arjiomandri] σώβρακο (ουσιαστικό) ελληνικά αρτζιο- (αρχίδο-) μάντρι αρτίζω [artizo] αλατοπιπερώννω (ρήμα) αρτιρώ [ardiro] περισσεύω, προσφέρω περισσότερα σε μια δημοπρασία (ρήμα) τούρκικα artmak αρτυσιά [ardisha] κύμινο, αλατοπίπερο (ουσιαστικό) ελληνικά από ρήμα αρτύω αρφάλιν [arfalin] ομφαλός, αφαλός (ουσιαστικό) πχ. έππεσεν τ’αρφάλι μου= πεινάω πάρα πολύ αρφάς [arfas] 1. αμόρφωτος, αγράμματος (επίθετο) (μτφ.) 2. αυτός που εντάσσεται στον κυπριακό στρατό τον Ιανουάριο (ουσιαστικό) ελληνικά Α' σειρά > αλφάς > αρφάς αρφός [arfos] αδελφός (ουσιαστικό) ελληνικά αδερφός αρφότεκνος [arfodegnos] ανιψιός (ουσιαστικό) ελληνικά Αρφός (αδελφός) + τέκνος αρωτώ [arodo] ρωτώ (ρήμα) ελληνικά ρωτώ άσγαρτι [asyardi] παρ΄ολίγο (επιρρηματική φράση) τουρκικά βλ. άσκαρτι ασιελιά [ashelia] διασκελισμός (ουσιαστικό) ελληνικά σκέλος, ασκελιά άσιεντρα άσιερον [asheron] άχυρο (ουσιαστικό) ελληνικά Άχυρο χ+υ -> σιε άσκαρτι [asgardi] παρ΄ολίγο (επιρρηματική φράση) τουρκικά από την τουρκική φράση 'az kaldi' = 'λίγο έμεινε' ασκοπώ [asgobo] γυρεύω, παρατηρώ, εξετάζω με προσοχή (ρήμα) ελληνικά σκοπέω-ω (αρχ. ελλ) άσκοσσου [asgosu] μπράβο σου ή μπράβο του τούρκικα aşk olsun (τουρκ.) άσκοτου [asgodu] μπράβο σου ή μπράβο του τούρκικα aşk olsun (τουρκ.) ασσιελλιά [ashelia] δρασκελιά (ουσιαστικό) ελληνικά δρασκελιά